κτηνούμαι


κτηνούμαι
κτηνοῡμαι, -όομαι (Α) [κτήνος]
γίνομαι σαν κτήνος, κτηνώδης, αποκτηνώνομαι («πολλάκις δὲ καὶ ὁ λόγος κτηνοῡται, διὰ τῆς πρὸς ἄλογον ῥοπῆς συγκαλύπτων τὸ κρεῑττον», Γρηγ. Νύσσ.).

Dictionary of Greek. 2013.